Το κτίριο βρίσκεται σε διαμπερές οικόπεδο μεταξύ των οδών Ιάσoνος και Πέρδικα στην περιοχή του Κεραμεικού. Το ισόγειο και οι τέσσερις τυπικοί ορόφοι αποτελούνται από δυο μικρούς ενιαίους χώρους εκατέρωθεν του κλιμακοστασίου και του ακαλύπτου χώρου που καταλαμβάνουν το κεντρικό τμήμα του κτιρίου. Οριζόντιες ζώνες (bandes) παραθύρων διαμορφώνουν και τις δυο όψεις του κτιρίου στα όρια των οικοδομικών γραμμών των δύο δρόμων. Ο χειρισμός της όψης είναι σχεδόν τυπικός των κτιρίων εμπορικής χρήσης στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας καθ΄όλη τη δεκαετία του '70.
Στόχος του επανασχεδιασμού του κτιρίου είναι η βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και εργασίας στους χώρους του και η προσαρμογή του στα νέα δεδομένα που θα προκύψουν με την ανάπλαση της ευρύτερης περιοχής του Κεραμεικού. Το κτίριο αποπειράται να διευρύνει την οπτική του και να αφομοιώσει κομμάτι της έντονης κινητικότητας της περιοχής καθώς και να εκμεταλλευτεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το φως αλλά και τις μοναδικές θέες-ματιές προς τα τοπόσημα της πόλης, την Ακρόπολη και το Λυκαβηττό. Αυτό το επιτυγχάνει με την εισαγωγή ενός δεύτερου επιπέδου όψης από φθοριομένο κρύσταλλο διατομής «U», το οποίο διακόπτεται από ανοίγματα - καθρέπτες που περιστρέφονται, μεταφέροντας εντός στο κτιρίο στιγμιότυπα της πόλης και το αντίστροφο. Έτσι την ίδια στιγμή που το είδωλο την Ακρόπολης εμφανίζεται στους τελευταίους ορόφους, δίνεται στον περαστικό η δυνατότητα μιας φευγαλέας ματιάς στη ζωή στο εσωτερικό του κτιρίου. Ένα κόκκινο κουτί που τοποθετείται σε κάθε όροφο προς την πλευρά του ακαλύπτου παραλαμβάνει όλες τις δευτερεύουσες λειτουργίες, αφήνοντας όλο τον υπόλοιπο χώρο ελεύθερο προς εκμετάλλευση. Η φύτευση στον ακάλυπτο σε συνδυασμό τους καθρέπτες στην τυφλή του όψη δημιουργεί μια σειρά από φανταστικά είδωλα και η απομάκρυνση των εσωτερικών διαχωριστικών τοίχων τονίζει τη διαμπερή δομή του κτιρίου.